Ήταν όλα κανονισμένα. Να μη φοβάμαι τίποτα.
Μαλακίες. Το σχέδιο έμπαζε από παντού.
Σαν καλός υπάλληλος όμως, ήμουν στο ξενοδοχείο στις 9:30 το πρωί Σαββατιάτικα για να γραφτώ στο συνέδριο. Είπα τα στοιχεία μου, πήρα τα δωράκια μου, στυλό, μπλοκάκι, ένα διαφημιστικό στικάκι και κάτι φυλλάδια και πέρασα στην αίθουσα παρουσιάσεων για να βρω τη θέση.
Έπρεπε να κάτσω δίπλα σε αυτό που φαινόταν να είναι ένας θάλαμος προβολών αλλά στην πραγματικότητα ήταν το κέντρο δεδομένων της αντίπαλης εταιρείας.
Γιατί τώρα είχαν μεταφέρει όλα τους τα εταιρικά μυστικά για να κάνουν μια παρουσίαση, ποιός θα τα υπέκλεπτε, πώς θα τον γνώριζα, και πώς θα μου τα έδινε δεν είχα ιδέα. Εγώ έπρεπε να είμαι εκεί κοντά και όταν δω κάποιον να μπαίνει στο θάλαμο προβολών να κοιτάξω το κινητό μου. Δεν ήξερα τι θα έβλεπα αλλά ότι και να ήταν αυτό θα σήμαινε πως πρέπει να είμαι σε επιφυλακή.
Το συνέδριο άρχισε, κάτι λέγανε δεν καταλάβαινα τι, δίπλα μου κάθονταν κάτι Ινδοί, άκουσα πόμολο να γυρνάει, κάποιος μέσα στο θάλαμο είχε μπει.
Κοιτάω το κινητό, δε βλέπω τίποτα. Ανησυχώ. Μέσα στο θάλαμο γίνεται της κακομοίρας λες και κάποιος βάραγε με σφυριά τους αντίπαλους σερβερ για να τους ξεράσουν τα μυστικά τους. Μερικοί σύνεδροι που κάθονταν κοντά στο θάλαμο είχαν ήδη αρχίσει να κοιτάνε περίεργα.
Στο διάλειμμα για φαγητό μας βγάζουν όλους έξω από την αίθουσα και μέσα σε μια άλλη. Δεν έχω όρεξη, κοιτάω τριγύρω, κόβω φάτσες, κόβω το χοιρινό, κόβω λάσπη και πάω στο ισόγειο του ξενοδοχείου όπου έιναι ήδη νύχτα και μπαίνω στο κολόμπαρο. Κάθε ξενοδοχείο που σέβεται το εαυτό του έχει ένα κολόμπαρο σκέφτομαι, ενώ πάνε να μου την πέσουν κάτι κινέζες. Δεν ενδίδω και πάω τελικά στο δωμάτιό μου.
Την επόμενη στιγμή έχω ξυπνήσει και στάζει η βρύση. Πιέζω τον εαυτό μου να ξανακοιμηθεί, αυτός δε θέλει και τελικά καταλήγουμε να τρώμε πρωινό στα mc donalds του ξενοδοχείου. Τελικά σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Ίσως. Δεν ξέρω. Θα δούμε. Καπνίζω αγχωμένος, σχεδόν μονοτζουριά, για να προλάβω να πάω και σήμερα πρώτος στην άιθουσα παρουσιάσεων.
Σήμερα είμαστε τρεις και ο κούκος. Κάθομαι πάλι δίπλα στο θάλαμο προβολών και περιμένω ενώ ταυτόχρονα προσποιούμαι πως με ενδιαφέρουν οι παπαριές που αραδιάζει ο ομιλητής για ένα άγνωστο θέμα.
Ξαφνικά μπαίνουν στο χώρο δύο τύποι με πορτοκαλί στολές και σαν να μην τρέχει τίποτα ανοίγουν την πόρτα του θαλάμου προβολών.
Εδώ είμαστε λέω. Οι άνθρωποί μου. Το κινητό. Κάτι κάνει. Δονείται. Το βγάζω από την τσέπη, καναδυό σύνεδροι με κοιτάνε ενοχλημένοι ή υποψιασμένοι. Δε με απασχολεί πια. Είναι η ώρα μηδέν. Κοιτάζω την οθόνη του κινητού. Κάτι κατεβάζει. Από πού? Αφού δεν έχει ιντερνετ. Σουτ. Μη ρωτάω πολλά. 35% και συνεχίζει. Οι καναδυό που με κοιτούσαν πριν αρχίζουν και με πλησιάζουν επικίνδυνα. Τώρα τη γαμήσαμε σκέφτομαι.
54%. Αϊντε ρε παλιομπρίκι τελείωνε! 5 βήματα μακριά οι καναδυό που τώρα γίναν τρεις. 55% και φαίνεται να έχει κολλήσει. 3 βήματα. Μεταβολή. Ανάσες στο σβέρκο. Όσο είμαι στην αίθουσα δε θα με πειράξουν. Ή μήπως όχι? 55% και γαμιέται η Νόκια. Δεν υπάρχει ελπίδα, νιώθω ένα χέρι στον ώμο, το βάζω στα πόδια, βγαίνω έξω, σκοντάφτω στις σκάλες, γελάνε κάποιοι, τρέχω έξω από το ξενοδοχείο, στρίβω δεξιά για το πάρκινγκ και ξαφνικά πέφτω πάνω στο αφεντικό. Με σημαδεύει με ένα πιστόλι.
Τα θαλάσσωσα λέει, φταίει το κινητό λέω, είμαι άχρηστος, όχι εγώ η νόκια, πυροβολεί, ρίχνω μπουνιά, πέφτει κάτω, πονάω, τρώει κλωτσιές, τρέχω στο αυτοκίνητο, σηκώνεται, βάζω μπρος, πυροβολεί, μαρσάρω, του τελειώνουν οι σφαίρες, ξεφεύγω.
Οδηγώ και αισθάνομαι το κάθισμα υγρό. Τι διάολο κατουρήθηκα από το φόβο μου? Όχι κόκκινο είναι. Πρέπει να πάω στο νοσοκομείο. Το θριάσιο από αττική οδό θα ναι κοντά. Αρκεί να μη με καταλάβουν στα διόδια. Είναι περίεργοι αυτοί, χώνουν τη μύτη τους παντού.
Σε ακούω να μου λες πως έχω αίματα αλλά δεν είσαι μέσα στο αυτοκίνητο, ούτε μέσα στο ραδιόφωνο. Τρέχω να με προλάβω, πονάει το πόδι μου, ελπίζω να μη μου χτύπησε αρτηρία, ο ήλιος δύει γρήγορα και σκοτεινιάζει, ανάβω τα φώτα αλλά δε βλέπω τίποτα, σκατά δε με προλαβαίνω, χαμένος θα πάω, προσπαθώ μες στα σκοτάδια να καταλάβω αν χτυπάει η καρδιά μου αλλά ακούω μόνο το ρολόι και τη βρύση που στάζει.
Τα ακούω τόσο καθαρά σαν να είναι μέσα μου. Πονάει το πόδι μου. Το είχα πλακώσει ο μαλάκας.
Πάντως είναι μεγάλη ξενέρα να πεθαίνεις στο όνειρό σου σκέφτομαι, γυρίζω πλευρό και προσπαθώ να με ονειρευτώ σε ένα μπαρ, πάνω σε ταράτσα, καλοκαίρι.