Τον Ιούλιο ο ήλιος χτυπάει την μπαλκονόπορτα της κρεβατοκαμαράς μου στις 7 το πρωί.
Τότε ανοίγω τα μάτια, κοιτάω με αγωνία το ρολόι νομίζοντας ότι είναι 11 και δεν ξύπνησα για να πάω στη δουλειά και ύστερα όταν βλέπω ότι είναι μόνο 7 ξανακοιμάμαι ευτυχισμένος που έχω άλλη μια ώρα ύπνου.
Εκείνη την ώρα βλέπω και τα πιο ενδιαφέροντα όνειρα. Είναι ίσως γιατί ονειρεύομαι αλλά δεν κοιμάμαι και σαν ντουβάρι, οπότε έχω την (ψευδ)αίσθηση πως ελέγχω τα ονειρά μου και μπορώ να σκεφτώ τη συνέχειά τους. Τότε μου έρχονται και οι καλύτερες ιδέες.
Όπως σήμερα που ξύπνησα και είχα σκεφτεί-ονειρευτεί κάτι πολύ γαμάτο σαν λογοπαίγνιο ένα πράγμα, κάτι που αν έβαζα στο φεησμπουκ θα είχε 100 λάικ.
Είχα πει να μην το ξεχάσω, αλλά μετά έπρεπε να θυμηθώ να πάρω τη σπανακόπιτα για τη φάω το μεσημέρι, τελικά δεν την πήρα γιατί ήταν λίγη, θα φάω απέξω, θυμήθηκα να κατεβάσω τα σκουπίδια για πρώτη φορά μες στη βδομάδα, τον καπνό, τα χαρτάκια, τα φιλτράκια, κλειδιά σπιτιού, κλειδιά αμαξιού, γυαλιά ηλίου, μπάρα δημητριακών για δεκατιανό (που το τρώω στις 11), πώς διάολο να τα χωρέσω όλα αυτά σε 4 τσέπες ενός τζην?
Κάπως τα καταφέρνω, πετάω τα σκουπίδια, μπάινω στο αμάξι, στρίβω τσιγάρο, αδειάζω τις τσέπες για να μπορέσω να οδηγήσω σαν άνθρωπος, φτάνω στη δουλειά, παίζω το παραμύθι σπασίματος γλυκισμάτων στο φατσοβιβλίο μέχρι να μου τελειώσουν οι ζωές, διαβάζω για τη γάζα, το βάζελο, έναν πορτορικανό που άνοιξε μπαρ με μύδια στη Σιβηρία, πώς να πάτε διακοπές και να κάνετε σεξ με τουρίστριες, να φάτε να πιείτε αλλά να ικανοποιήσετε και την κοπέλα σας και να γυρίσετε στην Αθήνα με σιξ πακ και γραμμωμένη ωμοπλάτη και τελικά τι λέγαμε?
Α για το γαμάτο όνειρο.
Το ξέχασα.
Τότε ανοίγω τα μάτια, κοιτάω με αγωνία το ρολόι νομίζοντας ότι είναι 11 και δεν ξύπνησα για να πάω στη δουλειά και ύστερα όταν βλέπω ότι είναι μόνο 7 ξανακοιμάμαι ευτυχισμένος που έχω άλλη μια ώρα ύπνου.
Εκείνη την ώρα βλέπω και τα πιο ενδιαφέροντα όνειρα. Είναι ίσως γιατί ονειρεύομαι αλλά δεν κοιμάμαι και σαν ντουβάρι, οπότε έχω την (ψευδ)αίσθηση πως ελέγχω τα ονειρά μου και μπορώ να σκεφτώ τη συνέχειά τους. Τότε μου έρχονται και οι καλύτερες ιδέες.
Όπως σήμερα που ξύπνησα και είχα σκεφτεί-ονειρευτεί κάτι πολύ γαμάτο σαν λογοπαίγνιο ένα πράγμα, κάτι που αν έβαζα στο φεησμπουκ θα είχε 100 λάικ.
Είχα πει να μην το ξεχάσω, αλλά μετά έπρεπε να θυμηθώ να πάρω τη σπανακόπιτα για τη φάω το μεσημέρι, τελικά δεν την πήρα γιατί ήταν λίγη, θα φάω απέξω, θυμήθηκα να κατεβάσω τα σκουπίδια για πρώτη φορά μες στη βδομάδα, τον καπνό, τα χαρτάκια, τα φιλτράκια, κλειδιά σπιτιού, κλειδιά αμαξιού, γυαλιά ηλίου, μπάρα δημητριακών για δεκατιανό (που το τρώω στις 11), πώς διάολο να τα χωρέσω όλα αυτά σε 4 τσέπες ενός τζην?
Κάπως τα καταφέρνω, πετάω τα σκουπίδια, μπάινω στο αμάξι, στρίβω τσιγάρο, αδειάζω τις τσέπες για να μπορέσω να οδηγήσω σαν άνθρωπος, φτάνω στη δουλειά, παίζω το παραμύθι σπασίματος γλυκισμάτων στο φατσοβιβλίο μέχρι να μου τελειώσουν οι ζωές, διαβάζω για τη γάζα, το βάζελο, έναν πορτορικανό που άνοιξε μπαρ με μύδια στη Σιβηρία, πώς να πάτε διακοπές και να κάνετε σεξ με τουρίστριες, να φάτε να πιείτε αλλά να ικανοποιήσετε και την κοπέλα σας και να γυρίσετε στην Αθήνα με σιξ πακ και γραμμωμένη ωμοπλάτη και τελικά τι λέγαμε?
Α για το γαμάτο όνειρο.
Το ξέχασα.
