Πρώτη μέρα μετά από χρόνια που ξύπνησα με πτώση.
Ξύπνησα πιάνοντας το γόνατό μου.Δεν πονούσε.
Ήταν σκοτεινά, μάλλον επειδή είχα κλειστά παντζούρια παρά επειδή με είχε πιάσει σκοτοδίνη.
Δέκα λεπτά πριν ήμουν μαζί με δυο παιδικούς μου φίλους στην κατασκήνωση που πηγαίναμε με τους προσκόπους μια φορά κι έναν καιρό.
Πολύ ωραίο μέρος, γεμάτο με πεύκα αλλά και πολύ πιο απότομο και ανηφορικό από όσο το θυμόμουν.
Για να πάμε από την παραλία στις σκηνές έπρεπε σχεδόν να σκαρφαλώσουμε, αλλά κάπως τα καταφέρναμε.
Ξαφνικά πίσω από τα πυκνά πεύκα εμφανίζεται ένα χαντάκι 10 μέτρα πλάτος και 5 μέτρα βάθος και ο μόνος τρόπος για να περάσουμε απέναντι είναι να περπατήσουμε πάνω σε ένα τοίχο 5 μέτρα ψηλό που έχει και συρματόπλεγμα πάνω.
Λέω από μέσα μου: όλα καλά. Θα πηγαίνω πλαγιαστά και θα κρατιέμαι κι απ το συρματόπλεγμα και θα περάσω απέναντι σιγά σιγά. Στα μισά της απόστασης όμως, το συρματόπλεγμα δε με κρατάει και το παίρνω μαζί μου όπως πέφτω κάτω.
Ξυπνάω με τα κεφάλια των φίλων μου από πάνω μου (καλά πώς κατέβηκαν αυτοί ως εδώ κάτω?) και με το ένα γόνατο κατακόκκινο και διπλάσιο απ το άλλο, α όχι εντάξει ίδιο είναι, μάλλον έφταιγε η τσίμπλα στο μάτι μου που το έκανε να θολώσει και να μεγενθύνει τα πράγματα, το κατάλαβαν κι οι φίλοι μου και έφυγαν, τα δέντρα πρόλαβαν και έγιναν κρεβάτι και κομοδίνα απ το ΙΚΕΑ, το ξυπνητήρι ξύπνησε ένα ακόμα υποθετικό καλοκαίρι τελείωσε.
Ξύπνησα πιάνοντας το γόνατό μου.Δεν πονούσε.
Ήταν σκοτεινά, μάλλον επειδή είχα κλειστά παντζούρια παρά επειδή με είχε πιάσει σκοτοδίνη.
Δέκα λεπτά πριν ήμουν μαζί με δυο παιδικούς μου φίλους στην κατασκήνωση που πηγαίναμε με τους προσκόπους μια φορά κι έναν καιρό.
Πολύ ωραίο μέρος, γεμάτο με πεύκα αλλά και πολύ πιο απότομο και ανηφορικό από όσο το θυμόμουν.
Για να πάμε από την παραλία στις σκηνές έπρεπε σχεδόν να σκαρφαλώσουμε, αλλά κάπως τα καταφέρναμε.
Ξαφνικά πίσω από τα πυκνά πεύκα εμφανίζεται ένα χαντάκι 10 μέτρα πλάτος και 5 μέτρα βάθος και ο μόνος τρόπος για να περάσουμε απέναντι είναι να περπατήσουμε πάνω σε ένα τοίχο 5 μέτρα ψηλό που έχει και συρματόπλεγμα πάνω.
Λέω από μέσα μου: όλα καλά. Θα πηγαίνω πλαγιαστά και θα κρατιέμαι κι απ το συρματόπλεγμα και θα περάσω απέναντι σιγά σιγά. Στα μισά της απόστασης όμως, το συρματόπλεγμα δε με κρατάει και το παίρνω μαζί μου όπως πέφτω κάτω.
Ξυπνάω με τα κεφάλια των φίλων μου από πάνω μου (καλά πώς κατέβηκαν αυτοί ως εδώ κάτω?) και με το ένα γόνατο κατακόκκινο και διπλάσιο απ το άλλο, α όχι εντάξει ίδιο είναι, μάλλον έφταιγε η τσίμπλα στο μάτι μου που το έκανε να θολώσει και να μεγενθύνει τα πράγματα, το κατάλαβαν κι οι φίλοι μου και έφυγαν, τα δέντρα πρόλαβαν και έγιναν κρεβάτι και κομοδίνα απ το ΙΚΕΑ, το ξυπνητήρι ξύπνησε ένα ακόμα υποθετικό καλοκαίρι τελείωσε.
