Χτυπάει το ξυπνητήρι. Το κλείνω.
Τα βλέφαρά μου είναι ασυνήθιστα βαριά. Έξω πρέπει να έχει συννεφιά.
Είναι κρύα τα σεντόνιακαι οι τοίχοι με τρομάζουν .
Σηκώνομαι άρον άρον μη με ξαναπάρει ο ύπνος και πάω στην κουζίνα.
Όλα τα μπολ για τα κορν φλέικς είναι άπλυτα.
Μετά τα απαραίτητα καντηλέρια για να πάει καλά η μέρα αποφασίζω ότι δε μπορώ να πλένω μπολ τέτοια ώρα και ότι καλύτερα θα ήταν να φάω κουλουράκια.
Μπαίνω στο σαλόνι και ανοίγω το φως για να βλέπω που είναι τα κουλουράκια.
Χειμωνιάζει σκέφτομαι, μικραίνει η μέρα, κρυώνει ο καιρός, να τον σκεπάσουμε με κουβέρτα μην μας πάθει καμιά ψύξη.
Ντύνομαι μες στα σκοτάδια, πλένω τα δόντια μου περπατώντας σε όλο το σπίτι και ταυτόχρονα παίρνω κλειδιά, κινητά, τσιγάρα και τα χώνω στις τσέπες μου.
Βγαίνω από το σπίτι με τα μάτια μισόκλειστα.
Τι νύστα είναι αυτή ρε γαμώτο...αν καταφέρω να δω το τσαπιολί το βράδυ θα είναι θαύμα!
Παίρνω ένα κουλούρι από το φούρνο, μπαίνω στο αυτοκίνητο, ανάβω τη μηχανή, κοιτάω το ρολόι στο ταμπλό. 7:30 λέει.
Κι εκεί που ετοιμάζομαι να ευλογήσω τα θεία για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα και να ορκιστώ ότι δεν ξαναγοράζω γαλλικό αυτοκίνητο για ν-ιοστή φορά μέσα στη δεκαετία, με κόβει κρύος ιδρώτας.
Το κινητό το άνοιξα? Όχι. Το ανοίγω. 7:31. Τι έγινε ρε παιδιά?
Γι αυτό είχε κρύα και σκοτάδια? Γι αυτό δε μπορούσα να σηκωθώ?
Κλείνω τη μηχανή, βγαίνω από το αυτοκίνητο, μπαίνω σπίτι, γδύνομαι και πέφτω για μια ωρίτσα ύπνο ακόμη...
Γλυκός ύπνος. Σχεδόν τόσο γλυκός όσο και ο "πέντε λεπτάκια ακόμα" ύπνος που κάναμε πριν πάμε σχολείο...
Τα βλέφαρά μου είναι ασυνήθιστα βαριά. Έξω πρέπει να έχει συννεφιά.
Είναι κρύα τα σεντόνια
Σηκώνομαι άρον άρον μη με ξαναπάρει ο ύπνος και πάω στην κουζίνα.
Όλα τα μπολ για τα κορν φλέικς είναι άπλυτα.
Μετά τα απαραίτητα καντηλέρια για να πάει καλά η μέρα αποφασίζω ότι δε μπορώ να πλένω μπολ τέτοια ώρα και ότι καλύτερα θα ήταν να φάω κουλουράκια.
Μπαίνω στο σαλόνι και ανοίγω το φως για να βλέπω που είναι τα κουλουράκια.
Χειμωνιάζει σκέφτομαι, μικραίνει η μέρα, κρυώνει ο καιρός, να τον σκεπάσουμε με κουβέρτα μην μας πάθει καμιά ψύξη.
Ντύνομαι μες στα σκοτάδια, πλένω τα δόντια μου περπατώντας σε όλο το σπίτι και ταυτόχρονα παίρνω κλειδιά, κινητά, τσιγάρα και τα χώνω στις τσέπες μου.
Βγαίνω από το σπίτι με τα μάτια μισόκλειστα.
Τι νύστα είναι αυτή ρε γαμώτο...αν καταφέρω να δω το τσαπιολί το βράδυ θα είναι θαύμα!
Παίρνω ένα κουλούρι από το φούρνο, μπαίνω στο αυτοκίνητο, ανάβω τη μηχανή, κοιτάω το ρολόι στο ταμπλό. 7:30 λέει.
Κι εκεί που ετοιμάζομαι να ευλογήσω τα θεία για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα και να ορκιστώ ότι δεν ξαναγοράζω γαλλικό αυτοκίνητο για ν-ιοστή φορά μέσα στη δεκαετία, με κόβει κρύος ιδρώτας.
Το κινητό το άνοιξα? Όχι. Το ανοίγω. 7:31. Τι έγινε ρε παιδιά?
Γι αυτό είχε κρύα και σκοτάδια? Γι αυτό δε μπορούσα να σηκωθώ?
Κλείνω τη μηχανή, βγαίνω από το αυτοκίνητο, μπαίνω σπίτι, γδύνομαι και πέφτω για μια ωρίτσα ύπνο ακόμη...
Γλυκός ύπνος. Σχεδόν τόσο γλυκός όσο και ο "πέντε λεπτάκια ακόμα" ύπνος που κάναμε πριν πάμε σχολείο...
