27.9.11

Χειμωνιάτικη πρόβα

Χτυπάει το ξυπνητήρι. Το κλείνω.
Τα βλέφαρά μου είναι ασυνήθιστα βαριά. Έξω πρέπει να έχει συννεφιά.
Είναι κρύα τα σεντόνια και οι τοίχοι με τρομάζουν .
Σηκώνομαι άρον άρον μη με ξαναπάρει ο ύπνος και πάω στην κουζίνα.
Όλα τα μπολ για τα κορν φλέικς είναι άπλυτα.
Μετά τα απαραίτητα καντηλέρια για να πάει καλά η μέρα αποφασίζω ότι δε μπορώ να πλένω μπολ τέτοια ώρα και ότι καλύτερα θα ήταν να φάω κουλουράκια.
Μπαίνω στο σαλόνι και ανοίγω το φως για να βλέπω που είναι τα κουλουράκια.
Χειμωνιάζει σκέφτομαι, μικραίνει η μέρα, κρυώνει ο καιρός, να τον σκεπάσουμε με κουβέρτα μην μας πάθει καμιά ψύξη.
Ντύνομαι μες στα σκοτάδια, πλένω τα δόντια μου περπατώντας σε όλο το σπίτι και ταυτόχρονα παίρνω κλειδιά, κινητά, τσιγάρα και τα χώνω στις τσέπες μου.
Βγαίνω από το σπίτι με τα μάτια μισόκλειστα.
Τι νύστα είναι αυτή ρε γαμώτο...αν καταφέρω να δω το τσαπιολί το βράδυ θα είναι θαύμα!
Παίρνω ένα κουλούρι από το φούρνο, μπαίνω στο αυτοκίνητο, ανάβω τη μηχανή, κοιτάω το ρολόι στο ταμπλό. 7:30 λέει.
Κι εκεί που ετοιμάζομαι να ευλογήσω τα θεία για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα και να ορκιστώ ότι δεν ξαναγοράζω γαλλικό αυτοκίνητο για ν-ιοστή φορά μέσα στη δεκαετία, με κόβει κρύος ιδρώτας.
Το κινητό το άνοιξα? Όχι. Το ανοίγω. 7:31. Τι έγινε ρε παιδιά?
Γι αυτό είχε κρύα και σκοτάδια? Γι αυτό δε μπορούσα να σηκωθώ?
Κλείνω τη μηχανή, βγαίνω από το αυτοκίνητο, μπαίνω σπίτι, γδύνομαι και πέφτω για μια ωρίτσα ύπνο ακόμη...
Γλυκός ύπνος. Σχεδόν τόσο γλυκός όσο και ο "πέντε λεπτάκια ακόμα" ύπνος που κάναμε πριν πάμε σχολείο...

20.9.11

Το blog μου πριν από 15 χρόνια...

...ήταν γραμμένο σε χαρτί μιας και δεν είχα ούτε υπολογιστή ούτε ίντερνετ. Και φυσικά δε θυμόμουν πως το είχα κρατήσει. Το βρήκα τελοσπάντων κατά τύχη. Το διάβασα.

Τα συμπεράσματα:
1. Ήμουν μικρός.
Άρα τώρα έχω γεράσει για να το σκέφτομαι έτσι.
2. Πολλά από αυτά που έγραφα τώρα τρομάζ ακόμα και να τα σκεφτώ. 
Άρα τώρα έχω γεράσει για να το σκέφτομαι έτσι.
3. Στο σχολείο λέγαμε ωραίες ατάκες και ανέκδοτα.
Αυτό ίσως και να σας αρέσει.

Αντιγράφω τον εαυτό μου λοιπόν:

-Πώς λέγεται ο κύπριος ζαχαροπλάστης?
-Ίον αμυγδάλου

-Η μουσική εξημερώνει τα ζώα.
-Εσένα γιατί δε σε εξημέρωσε τότε?

-Δεν βρήκα το Νικολάκη για να του δώσω το φάρμακο.
-Κακό της καράφλας του!

-Γιατί ρίξατε χλωρίνη στο παιδί σας κυρία μου?
-Αυτή ξέρω αυτήν εμπιστεύομαι!

Θρησκευτικού: Εγώ φταίω που προσπαθώ να μάθετε λιγότερα.

Έχασα την εικόνα που είχα για σένα...κάνει χιονάκια!

-Τι γράψατε χημεία?
- Τ αρχίδια μας τα τρία!
-Δε σου βγαίναν οι τύποι?
-Δε μου βγαίναν οι πουτάνοι!

-Έχω μια ιδέα την ξέρεις?

-Ένα διπλόπιτο με γύρο.

-Είναι τόσο αντιπαθής που για να τη μισήσεις πρέπει να μπεις στην ουρά. Είναι τόσο έξυπνη που για να μετρήσει μέχρι το 2 πρέπει να βγάλει το σουτιέν της. Προχτές διάβαζε όλη νύχτα για να πάει να κάνει τεστ ΠΑΠ.

Γαλλικού: τι σας ενδιαφέρει η ηλικία μου?
-Πάντως σαν τη μάνα μου πρέπει να στε.
-Τι κάνει η μάνα σου ρε? Πώς τα περνάει στο γηροκομείο?

Γαλλικού: Το becherelle το έχετε? (ένα βιβλίο ήτανε)
-Ποια μπεσαμέλ μωρέεε!

-Πάω να φάω δίπλα που χει φέρει η γιαγιά.
-Φάε κι εδώ δε με πειράζει

Φυσικός: Αγαπητοί μου μην ξεχάσετε το ραντεβουδάκι μας αύριο. Μη με στήσει κανείς!

-Ντεθμεταλλόπουλε πες την προσευχή.
-Δεν παίρνω μέρος σε τέτοιου είδους τελετές κύριε!

Χμ. Αυτά. Βαρέθηκα και να διαβάζω. Άρα τώρα έχω γεράσει για να το σκέφτομαι έτσι. Άραγε το βλογ αυτό θα μπορώ να το διαβάσω μετά απο 15 χρόνια ή θα έχω γεράσει?

12.9.11

Γα και Βα

 Το σάββατο πήγα σε ένα γάμο. Ο γάμος αυτός είχε ξαναγίνει αλλά σε δημαρχείο και επειδή ο διαιτητής ήταν θρήσκος διέταξε επανάληψη. Για να προσελκύσουν μάλιστα το κοινό προσέφεραν δώρο με τη γαμήλια τελετή και μία βάφτιση.

Οι πρωταγωνιστές

Ο παπάς: Μάγκας.
Άνοιγε το φακελάκι με το ένα χέρι. Τι ποιο φακελάκι! Αυτό με τα λεφτά μέσα. Για τον άγιο ντε!

Το μωρό: Κορίτσι. 
Και ξαναβγήκαν τα ψυχικά τραύματα απ τη σχολή στην επιφάνεια. Τότε κάναμε παρέα με ένα παιδί που η αγαπημένη του φράση ήταν: ρε άντε σε καμιά βάφτιση να δεις κάνα μ**νι! (Μα τι έπαθε το πληκ***ολόγιο και **φει όλο αστερ**ια?)
Πάντως δεν έκλαψε καθόλου. Αντίθετα εκεί που το γυρνάγανε γύρω γύρω χτύπαγε παλαμάκια!

Ο νονός: αν ζούσαμε σε άλλη εποχή θα τον έιχαν φάει ζωντανό.
- Και το όνομα αυτής?
-Θόδωρας.
-ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ?
-ΘΟΔΩΡΑΣ!
-Όχι το δικό σου ρε, του μωρου!!
-Ααα! Εεεε....Γεωργία- Ισμήνη
-Μήπως εννοείς Ισμήνη-Γεωργία?
-Ααα ναι ναι!

Το ζευγάρι: Το είχαμε ξαναδεί.

Το γλέντι
Λόγω κρίσης το γλέντι έγινε σε σπίτι. Το σπίτι ήταν κάτι εργατικές κατοικίες στο Πανόραμα Βούλας. Μαύρη φτώχεια γενικώς. Πλαστικό το γκαζόν, μικρή η πισίνα, χτισμένο στην βουνοπλαγία, (το χειμώνα θα τους τρώνε οι αέρηδες τους κακομοίρηδες), ένα περίπτερο δεν είχε στη γειτονία, ερημιά γενικώς, σε έπιανε η καρδιά σου. Αλλά όλα αυτά λίγη σημασία είχανε γιατί όποιος θέλει να περάσει καλά, περνάει καλά όπου και να τον βάλουν!
Για το πώς περάσαμε θα έπρεπε κανείς να ρωτήσει το γαμπρό που πέρασε καλύτερα απ όλους μας. Ήταν τόσο χαρούμενος, έπινε ασταμάτητα σφηνάκια με όλους, έπεσε στην πισίνα και μετά εξαφανίστηκε και όλα αυτά μέσα σε μιάμιση ώρα. Έχασε τις υπόλοιπες πέντε ώρες γλεντιού βέβαια αλλά δε βαριέσαι...
Κι εμείς πίναμε βέβαια, αλλά με προσοχή γιατί οδηγούσαμε. Προσέχαμε λοιπόν μην μας πέσουν τίποτα σφηνάκια στο παντελόνι και μετά λερώσουμε το κάθισμα του αυτοκινήτου μας.

Οι παραισθήσεις
Εγώ από την πολλή προσοχή να μη ρίξω το αλκοόλ στα ρούχα μου, δεν κατάλαβα πως το έριχνα στο στόμα μου. Το καταλάβα δηλαδή όταν είδα τον Κούδα να χορεύει πότε Βούδας πότε Κούδας (ο Buddah  είχε δουλειές στο μπαρ του και δε μπόρεσε να έρθει στο γλέντι..). Μετά από αυτό άρχισα να πίνω νερά! Γενικώς τα σφηνάκια με πειράξανε και έκανα πολύ ανήσυχο ύπνο γεμάτο με όνειρα πως ερχόσουν και με ξύπναγες και ξαπλώναμε στο ίδιο κρεβάτι και μετά σου μαγείρευα και δε μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε ο ένας από τον άλλο και βλέπαμε ηλιοβασίλεμα και ανατολή πανσελήνου την ίδια στιγμή και δεν ξέραμε που να κοιτάξουμε και τελικά κοιτάγαμε ο ένας τον άλλο στα μάτια και όταν ξύπνησα ήταν Δευτέρα αντί για Κυριακή που θα έπρεπε να έιναι.

5.9.11

Μπουζουκιάμος

Ο λόγος:
Οι αμερικάνοι με τις παραδόσεις τους (μπάτσελορ σου λέει...ειδικά μετά το hangover αν δεν κάνεις είσαι τουλάχιστον ξενέρωτος).

Η προετοιμασία:
Σάββατο 21:00.
-Έλα ρε! Έντεκα να σαι σπίτι μου για να ξεκινήσουμε εντάξει?
-Έγινε ρε τα λέμε σε δυό ώρες!

Σάββατο 22:35 (το σπίτι του φίλου έιναι ένα τέταρτο με το αυτοκίνητο)
Χμμ...ας ντυθώ. Ή μάλλον ας κάνω κι ένα ντουζάκι πρώτα.

Σάββατο 22:43
Πού σκατά είναι το σκούρο τζην?? Έχω ανακατέψει όλη τη ντουλάπα!

Σάββατο 22:47
Όχι αυτό το παντελόνι είναι άθλιο! Πρέπει να βρω το σκούρο τζην!

Σάββατο 22:49
Μα καλά πότε έβαλα το σκούρο τζην στα άπλυτα? Σκατά!

Σάββατο 22:50
Δε γαμιέται...δε βλέπω κανένα λεκέ! Το βάζω...

Σάββατο 22:53
Όχι ρε @#$%#$! Έπεσε οδοντόκρεμα στο πουκάμισο!

Σάββατο 22:56
Εντάξει μάλλον. Πωωω άργησα!!!

Σάββατο 23:20 (την κίνηση μου μέσα!- το ντουζ τελικά ήταν άχρηστο πάλι μούσκεμα στον ιδρώτα είμαι)
-τοκ τοκ
- (ανοίγει ο γαμπρός φορώντας μόνο βρακί) Έλα ρε εσύ είσαι? Νόμιζα πως ήταν τα σουβλάκια!

Το ψευτοδίλημμα:
Μετά από δεκάλεπτη τεχνοοικονομική ανάλυση αποφασίστηκε να πάρουμε ταξί γιατί δεν αξίζει το ρίσκο του αλκοτέστ, άσε που έχει ακριβύνει και η βενζίνη.

Το μαγαζί:
Πρώτο τραπέζι πίστα. Κρίμα γιατί θα μπορούσε να ναι κάποιος άλλος στη θέση μου. Κάποιος που να το εκτιμάει περισσότερο αυτό. Τίγκα όλα τα τραπέζια, πολλοί έιχαν την ίδια ιδέα με μας (θα χε και 10 παρέες που είχαν βγει για μπάτσελορ), τραγουδιάρες άγνωστες για μένα που δε βλέπω τηλεόραση και γκρηκ άιντολ, ορχήστρα που έκανε αγγαρεία (καημένε μπασίστα πραγματικά σε λυπήθηκε η ψυχή μου), ντραμ σετ που θα ζήλευαν και οι iron maiden, αλλά το κέφι από τον κόσμο τρελό. Έτσι νομίζαμε δηλαδή μέχρι που βγήκε ο

Ο Κιάμος:
Πανζουρλισμός! Πέφτανε αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο (κυρίως γαρύφαλλα δηλαδή) δε λέω πλάκα είχε μέχρι που πήγα να πιω το ποτό μου και παρατήρησα πως η βότκα πορτοκάλι είχε ένα ροζ-γαρυφαλλί χρώμα...Ο παλικαράς και τραγουδούσε και μίλαγε στο κοινό και του πέταγε πίσω γαρύφαλλα και άκουγε και τις λουλουδούδες που όλο κάτι του λέγανε στο αυτί. Ιδιοφυία δηλαδή! Όταν είπε να ανέβει ο κόσμος στην πίστα το μισό μαγαζί ακολούθησε τη συμβουλή του. Το άλλο μισό απλά δε χώραγε στην πίστα! Ανεβήκαμε κι εμείς γιατί η βότκα γαρύφαλλο μας είχε φέρει στο κέφι χορεύαμε στου κουτρούλη το γάμο και όχι για του φίλου μας το γάμο, κοριτσάκια βγάζανε φωτογραφίες με το πάντα χαμογελαστό Κιάμο (που ταυτόχρονα τραγουδούσε!) και μετά αυτός τις φίλαγε στο κεφάλι σαν στοργικός πατέρας-είδωλο και γενικά ήμασταν μια ωραία  μεθυσμένη ατμόσφαιρα.

Η έξοδος απ το μαγαζί:
Άλλοι παραπατώντας, άλλοι σούρνωντας, άλλοι κυνηγώντας (κακόμοιρες κοπέλες που βρέθηκαν στο δρόμο τους). Βόλτες για να βρούμε το αυτοκίνητο με ενδιάμεσες στάσεις για κατούρημα στην ποσειδώνος, ένας διασυρμός γενικά. Κάπου εκεί αποφασίστηκε πως είχαμε ρίξει πολύ το επίπεδό μας και πως έπρεπε επειγόντως να επανέλθουμε σε υψηλά στάνταρ τέχνης. Ήταν ώρα για όπερα να ξεπλύνουμε την ντροπή των μπουζουκιών.

Η Όπερα:
Ευτυχώς στο δρόμο μας βρέθηκε ένα μαγαζί που πρέπει μέσα να παίζαν όπερα μιας και το λέγαν κινκυ όπερα. Όταν μάλιστα πληρώσαμε και την έισοδο βεβαιωθήκαμε πως με τόσα που δώσαμε θα πρέπει μέσα να έχει τις καλύτερες σοπράνο της πιάτσας. Κάποιες ήταν φουνίτσες κάποιες φουνάρες είχε και κάποιους βαρύτονους για να προσελκύσει το γυναικείο κοινό, όλοι περάσανε καλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο...

Το Βρώμικο:
Δε σε είδα ξανά αν ήσουν στα μαύρα ντυμένη πλατέια Μαβίλη τέσσερις παρά γιατί εμείς πήγαμε στις εφτά και...
Η επιτυχία της βραδιάς ήταν πως μετά από τις τόσες σπατάλες καταφέραμε να πληρώσουμε 6 βρώμικα στην τιμή των 3 γιατί ο ένας στην παρέα ήξερε τον βρωμικατζή.