Περιμέναμε έξω από το
σινεμά η κοπέλα μου, μια φίλη της, ο αδερφός μου κι εγώ.
Θα βλέπαμε μια ταινία που κράταγε μια ώρα στη διάρκεια της οποίας δεν γινόταν τίποτα. Η ταινία αυτή είχε προκαλέσει σάλο στις τάξεις των σινεφίλ και είχε αρκετό κόσμο απ έξω.
Πάω να πληρώσω το εισιτήριό μου και
δίνω ένα 150ευρο. Το κοιτάει ο ταμίας και μου λέει ότι είναι πλαστό. Του λέω δε μπορεί, σήμερα πληρώθηκα και
μου το δωσαν απ τη δουλειά αλλά είναι ανένδοτος. Όσο τσακωνόμαστε αρχίζει η ταινία. Η κοπέλα μου και η φίλη της μπαίνουν μέσα, ο αδερφός μου κάθεται και με περιμένει.
Κάθομαι σαν χαζός με τον αδερφό μου μόνοι μας στο άδειο πια φουαγιέ του σινεμά και κοιτάμε σα χάνοι τα πλαστά 150ευρα. Είναι όλα ίδια μεταξύ τους.
Όλα πλαστά. Πάω έξω να κάνω ένα τσιγάρο σχεδόν κλαίγοντας που με εξαπάτησαν με τέτοιο τρόπο. Τζάμπα δούλευα τόσο καιρο?
Εκεί που στρίβω το τσιγάρο
εμφανίζεσαι εσύ. Χαιρετιόμαστε, μιλάμε, τι να λέμε, κάτι θα λέμε... ίσως για τον καιρό, ίσως για το πού πήγες τα χριστούγεννα, ίσως για την ταινία που είναι σκέτη μαλακία και δεν ξέρω γιατί θέλω να τη δω. Σου λέω πως τελικά
καλύτερα που είδα εσένα αντί για την ταινία. Γελάς και μου λες πάμε
μια βόλτα, μου πιάνεις το χέρι, εγώ καίγομαι ολόκληρος από τον πυρετό και αρχίζω πάλι να
παραμιλάω λέγοντας το γνωστό παραμύθι πως σε θέλω και τα αφήνω όλα για σένα αρκεί να μου το πεις, αλλά εσύ
δε λες τίποτα με φιλάς πεταχτά στο στόμα και μου λες εδώ είναι η στάση μου κατεβαίνω,
θα τα πούμε...
Σε βλέπω να χάνεσαι στη βροχή, αχνή
στη βροχή, όλη η πόλη κρυμμένη πίσω απ τη βροχή, πίσω από τον ήχο της που
δυναμώνει και
δυναμώνει και
δυναμώνει...και ξυπνάω ιδρωμένος σε ένα δωμάτιο σκοτεινό με τον ήχο της βροχής να
δυναμώνει.