Η λογοτεχνική εκδοχή:
-Έτσι που λες φίλε...ξυπνάω το πρωί τρελαμένος. Μούσκεμα στον ιδρώτα, η κρεβατοκάμαρα να έχει μετατραπεί σε σάουνα αλλά χωρίς τις γυμνές γυναίκες και απ' έξω να βαράνε τα κομπρεσέρια.
-Καλά αυτός ο Δήμος τι κάνει? Πέρυσι δεν έσπαγε τα πεζοδρόμια πάλι?
-Πέρυσι πέρναγε καλώδια της ΔΕΗ. Φέτος περνάει φυσικό αέριο. Του χρόνου απλά θα περνάει και θα σπάει πεζοδρόμια έτσι για να γουστάρει.
-Ωραία και ξύπνησες. Μετά?
-Αρχίζω να ντύνομαι για τη
δουλειά δουλεία και πριν βάλω το τζην το αισθάνομαι να κολλάει πάνω μου από τη ζέστη. Ανοίγω το ψυγείο να δροσιστώ και να φάω και τίποτα για πρωινό. Δεν έχω ψωμί για τοστ ούτε γάλα. Δε γαμιέται λέω άστο. Στην πείνα μέχρι να φτάσω στη δουλειά. Πάω να πλύνω τα δόντια μου...
-Αφού δεν είχες φάει.
-Όλο το βράδυ έτρωγα πακέτο από τη ζέστη. Θα πρέπει να βαρυστομάχιασα κιόλας γιατί δε μπορούσα να κοιμηθώ και όλο στριφογύριζα.
-Α καλά.
- Πάω λοιπόν να πλύνω δόντια, μου πέφτει η οδοντόβουρτσα, πάω να βάλω τη μπλούζα μου βλέπω έχει μια λαδιά από χτες.
-Από το πακέτο που έτρωγες?
-Όχι από τα προχτεσινά σουβλάκια. Τρελάθηκα κιόλας που την είχα βάλει και χτες λαδωμένη στη δουλειά, ρόμπα θα έγινα πάλι.
-Και εβαλες άλλη?
-Όχι γιατί σκέφτηκα δε γαμιέται, την έχουν δει ήδη τη λαδιά δε θα κάνει εντύπωση, οπότε τη φοράω και φεύγω. Εκεί που τρελάθηκα είναι που πάω να στρίψω τσιγάρο στο αμάξι και μου πέφτουν τα χαρτάκια ανάμεσα στο κάθισμα και το χειρόφρενο.
-Ω ρε φίλε...
-Και δώστου να κάνω το κάθισμα μπρος-πίσω, να βάζω ανάμεσα στυλό, κλειδιά, δάχτυλα....
-Τα μάζεψες τελικά?
-Ναι ρε αλλά είχα γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα. Ε κάπου εκεί μου γύρισε το μυαλό! ΦΕΥΓΩ! είπα και αντί να πάω δουλειά, έπιασα την Αθηνών-Λαμίας για να πάω όσο πιο βόρεια γίνεται.
-Πού δηλαδή?
-Δεν ξέρω, ήθελα να οδηγήσω προς βορρά, ξέρεις...να βγω Σκόπια, Σερβία, Ουγγαρία, Τσεχία, Πολωνία, ίσως να έστριβα δεξιά για Σιβηρία δεν το χα σκεφτεί και λετπτομερώς το πλάνο.
-Καλά και πως βρέθηκες το βράδυ πάλι σπίτι σου ρε μαλάκα?
-Ε κάπου εκεί στη Λαμία πείνασα και λέω ας κάνω μια παράκαμψη προς Καρδίτσα γιατί θυμόμουν ένα ωραίο ταβερνάκι που είχε ένας θείος ενός παιδιού που ήταν στην παρέα των είκοσι ατόμων που είχαμε πάει εκδρομή στη λίμνη Πλαστήρα το 2005.
-Και το βρήκες?
-Όχι αλλά βρήκα αυτό:
-Καλό χόρτο? Τι ήταν αντίδι ή βλήτο?
-Δεν ξέρω γιατί ήταν κλειστό.
-Τέλοσπάντων πως βρέθηκες πίσω δε μας είπες.
-Ε από την πείνα μου τα μπέρδεψα και στη Λαμία αντί να στρίψω για πάνω έστριψα για κάτω και όταν κατάλαβα πως γυρνάω Αθήνα είπα δε γαμιέται που να ξανατρέχω βόρεια τώρα, τελείωνε και η βενζίνη, με είχε πάρει και η μάνα μου τηλέφωνο πως μου άφησε κάτι γεμιστά στο σπίτι...το παράτησα.
Η πραγματικότητα:
Χτες:
Αφεντικό: Δεν πετάγεσαι μια βόλτα μέχρι την Καρδίτσα άυριο να δεις το χωράφι από κοντά?
ΚαλόΠαιδίΑλλά: (σιωπή-βλέμα κενό)
Α.: (με λιγότερη αυτοπεποίθηση) Μέχρι την Καρδίτσα...
Κ.: Εεεε λίγο μακριά δεν έιναι?
Α: Έλα μωρέ 300 χιλιομετράκια
(λες κι αν βάλεις υποκοριστικό μικραίνει η απόσταση), θα πας, θα δεις, θα γυρίσεις
(κάτι σαν ένας σύγχρονος Καίσαρας με άλλα λόγια να αγαπιόμαστε).
Σήμερα:
Οδήγηση, άκουσμα cd, καφές, ζέστη, άπειρες ακρίδες στο χωράφι (με πυκνότητα ανά τετραγωνικό όση και στις πληγές του Φαραώ), καφενείο στο χωριό να με ρωτάνε τι είναι αυτά τα
βολοβοταϊκά που βάζουνε όλοι, επιστροφή, μοναχικό γεύμα παραθαλάσσια (ακόμα κι εκεί έκαιγε ο τόπος), καφές, άκουσμα cd, σπίτι, μπάνιο, ποστ, ύπνο.
Εργασία για το σπίτι:
Built to Spill - Broken chairs
μακρύ και ταξιδιάρικο όσο η σημερινή μέρα...