Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπό-συνειδητό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπό-συνειδητό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.9.14

Για Ινβερνές καλά πάω? (Ένα όνειρο άσχετο με το δίλημμα της Σκωτσέζικης ανεξαρτησίας)

Κάνουμε καλοκαιρινό ρόουνττριπ (αστείο φαίνεται στα ελληνικά) στις σκωτσέζικες επαρχίες εγώ, εσύ, ένας ανερχόμενος σκηνοθέτης και η αδερφή του Μπάμπη.
Προορισμός το Ινβερνές για να δούμε το Μπάμπη.
Το αμάξι χαλάει έξω από ένα χωριό, κάτω από μια πινακίδα που γράφει: Ινβερνές 19 μίλια.
Ξεκινάμε μια ατέλειωτη και κουραστική συζήτηση για το αν πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο χωριό ή να συνεχίσουμε με τα πόδια για τον προορισμό μας.
Οι διαφωνίες λύνονται μετά από το ατράνταχο επιχείρημα μου (εγώ πάω με τα πόδια όποιος θέλει έρχεται!).
Η σκωτσέζικη επαρχία είναι λίγο διαφορετική από ότι τη φανταζόμουν. Λόφοι μεν αλλά λίγο πράσινο, ξερές ελιές που τις χτύπησε ο πάγος το χειμώνα και πουθενά αγελάδες, λίμνες ή τέρατα.
Ο ήλιος βαράει στο κεφάλι αλλά έχει και ένα δροσερό αεράκι, οπότε κάποια στιγμή φτάνουμε στον προορισμό μας ζωντανοί.
Μπαίνουμε κατευθείαν στην πρώτη και (μοναδική όπως μας λένε) παμπ και παραγγέλνουμε μπύρες να ξεδιψάσουμε. Πάνω στη μπάρα λικνίζονται ντυμένες στρίπερς γιατί είναι ακόμα απόγευμα και χορεύουν το παιδικό πρόγραμμα. Η τηλεόραση πάιζει χιόνια και όταν την πλησιάζεις αισθάνεσαι μια ψύχρα μες στο καλοκαίρι.
Ρωτώντας πάμε στο σπίτι. Το χωριό είναι γραφικό με πλακόστρωτους δρόμους, σπίτια με γυμνά τούβλα, μαγαζιά με σουβενίρ (σκοτσεζάκια με κιλτ, τσάι του βουνού και μπύρα από ελαιοπυρήνα) και ξανθοκοκκινοτρίχηδες μπαρμπάδες που πίνουν τη μπύρα τους έξω από την εξώπορτα του σπιτιού τους ρίχνοντας ερευνητικά βλέμματα στους ξένους που ήρθαν.
Φτάνουμε, χτυπάμε το κουδούνι και μας ανοίγει μια γριά σκωτσέζα που δεν είναι ο Μπάμπης.
Μας λέει σε άπταιστα ελληνικά πως έχει πάει σε ένα πάρτυ δυο στενά παρακάτου.
Δυο στενά παρακάτου, στα όρια του χωριού είναι μια παράγκα από ελλενίτ γεμάτη με κόσμο που θα τον έλεγες και υπόκοσμο. Η μουσική παίζει δυνατά, η μπύρα ρέει άφθονη, η νύχτα πέφτει, αρχίζει να κάνει μια ψύχρα. και εγώ έχω ξεχάσει τη ζακέτα στο αμάξι.
Σκέφτομαι τι να κάνω για να ζεσταθώ, πίνω μπύρες, μπερδεύομαι με τον κόσμο, χορεύω αλλά το κρύο είναι τσουχτερό και εγώ φοράω βερμούδα και κοντομάνικο. Πώς την πάτησα έτσι? Έπρεπε να το είχα καταλάβει όταν είδα εκείνες τις ελιές. Σε λίγο θα πιάσει πάγο. Προσπαθώ να μπω σε ένα ψυγείο να ζεσταθώ αλλά είναι γεμάτο μπύρες και τελικά ξυπνάω στην Αθήνα κουκουλωμένος με το σεντόνι μέχρι εκεί που δεν πάει.

5.11.13

Κοιμήθηκα κατάσκοπος και ξύπνησα κατάκοπος

Ήταν όλα κανονισμένα. Να μη φοβάμαι τίποτα.
Μαλακίες. Το σχέδιο έμπαζε από παντού.
Σαν καλός υπάλληλος όμως, ήμουν στο ξενοδοχείο στις 9:30 το πρωί Σαββατιάτικα για να γραφτώ στο συνέδριο. Είπα τα στοιχεία μου, πήρα τα δωράκια μου, στυλό, μπλοκάκι, ένα διαφημιστικό στικάκι και κάτι φυλλάδια και πέρασα στην αίθουσα παρουσιάσεων για να βρω τη θέση.
Έπρεπε να κάτσω δίπλα σε αυτό που φαινόταν να είναι ένας θάλαμος προβολών αλλά στην πραγματικότητα ήταν το κέντρο δεδομένων της αντίπαλης εταιρείας.
Γιατί τώρα είχαν μεταφέρει όλα τους τα εταιρικά μυστικά για να κάνουν μια παρουσίαση, ποιός θα τα υπέκλεπτε, πώς θα τον γνώριζα, και πώς θα μου τα έδινε δεν είχα ιδέα. Εγώ έπρεπε να είμαι εκεί κοντά και όταν δω κάποιον να μπαίνει στο θάλαμο προβολών να κοιτάξω το κινητό μου. Δεν ήξερα τι θα έβλεπα αλλά ότι και να ήταν αυτό θα σήμαινε πως πρέπει να είμαι σε επιφυλακή.
Το συνέδριο άρχισε, κάτι λέγανε δεν καταλάβαινα τι, δίπλα μου κάθονταν κάτι Ινδοί, άκουσα πόμολο να γυρνάει, κάποιος μέσα στο θάλαμο είχε μπει.
Κοιτάω το κινητό, δε βλέπω τίποτα. Ανησυχώ. Μέσα στο θάλαμο γίνεται της κακομοίρας λες και κάποιος βάραγε με σφυριά τους αντίπαλους σερβερ για να τους ξεράσουν τα μυστικά τους. Μερικοί σύνεδροι που κάθονταν κοντά στο θάλαμο είχαν ήδη αρχίσει να κοιτάνε περίεργα.
Στο διάλειμμα για φαγητό μας βγάζουν όλους έξω από την αίθουσα και μέσα σε μια άλλη. Δεν έχω όρεξη, κοιτάω τριγύρω, κόβω φάτσες, κόβω το χοιρινό, κόβω λάσπη και πάω στο ισόγειο του ξενοδοχείου όπου έιναι ήδη νύχτα και μπαίνω στο κολόμπαρο. Κάθε ξενοδοχείο που σέβεται το εαυτό του έχει ένα κολόμπαρο σκέφτομαι, ενώ πάνε να μου την πέσουν κάτι κινέζες. Δεν ενδίδω και πάω τελικά στο δωμάτιό μου.
Την επόμενη στιγμή έχω ξυπνήσει και στάζει η βρύση. Πιέζω τον εαυτό μου να ξανακοιμηθεί, αυτός δε θέλει και τελικά καταλήγουμε να τρώμε πρωινό στα mc donalds του ξενοδοχείου. Τελικά σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Ίσως. Δεν ξέρω. Θα δούμε. Καπνίζω αγχωμένος, σχεδόν μονοτζουριά, για να προλάβω να πάω και σήμερα πρώτος στην άιθουσα παρουσιάσεων.
Σήμερα είμαστε τρεις και ο κούκος. Κάθομαι πάλι δίπλα στο θάλαμο προβολών και περιμένω ενώ ταυτόχρονα προσποιούμαι πως με ενδιαφέρουν οι παπαριές που αραδιάζει ο ομιλητής για ένα άγνωστο θέμα.
Ξαφνικά μπαίνουν στο χώρο δύο τύποι με πορτοκαλί στολές και σαν να μην τρέχει τίποτα ανοίγουν την πόρτα του θαλάμου προβολών.
Εδώ είμαστε λέω. Οι άνθρωποί μου. Το κινητό. Κάτι κάνει. Δονείται. Το βγάζω από την τσέπη, καναδυό σύνεδροι με κοιτάνε ενοχλημένοι ή υποψιασμένοι. Δε με απασχολεί πια. Είναι η ώρα μηδέν. Κοιτάζω την οθόνη του κινητού. Κάτι κατεβάζει. Από πού? Αφού δεν έχει ιντερνετ. Σουτ. Μη ρωτάω πολλά. 35% και συνεχίζει. Οι καναδυό που με κοιτούσαν πριν αρχίζουν και με πλησιάζουν επικίνδυνα. Τώρα τη γαμήσαμε σκέφτομαι.
54%. Αϊντε ρε παλιομπρίκι τελείωνε! 5 βήματα μακριά οι καναδυό που τώρα γίναν τρεις. 55% και φαίνεται να έχει κολλήσει. 3 βήματα. Μεταβολή. Ανάσες στο σβέρκο. Όσο είμαι στην αίθουσα δε θα με πειράξουν. Ή μήπως όχι? 55% και γαμιέται η Νόκια. Δεν υπάρχει ελπίδα, νιώθω ένα χέρι στον ώμο, το βάζω στα πόδια, βγαίνω έξω, σκοντάφτω στις σκάλες, γελάνε κάποιοι, τρέχω έξω από το ξενοδοχείο, στρίβω δεξιά για το πάρκινγκ και ξαφνικά πέφτω πάνω στο αφεντικό. Με σημαδεύει με ένα πιστόλι.
Τα θαλάσσωσα λέει, φταίει το κινητό λέω, είμαι άχρηστος, όχι εγώ η νόκια, πυροβολεί, ρίχνω μπουνιά, πέφτει κάτω, πονάω, τρώει κλωτσιές, τρέχω στο αυτοκίνητο, σηκώνεται, βάζω μπρος, πυροβολεί, μαρσάρω, του τελειώνουν οι σφαίρες, ξεφεύγω.
Οδηγώ και αισθάνομαι το κάθισμα υγρό. Τι διάολο κατουρήθηκα από το φόβο μου? Όχι κόκκινο είναι. Πρέπει να πάω στο νοσοκομείο. Το θριάσιο από αττική οδό θα ναι κοντά. Αρκεί να μη με καταλάβουν στα διόδια. Είναι περίεργοι αυτοί, χώνουν τη μύτη τους παντού.
Σε ακούω να μου λες πως έχω αίματα αλλά δεν είσαι μέσα στο αυτοκίνητο, ούτε μέσα στο ραδιόφωνο. Τρέχω να με προλάβω, πονάει το πόδι μου, ελπίζω να μη μου χτύπησε αρτηρία, ο ήλιος δύει γρήγορα και σκοτεινιάζει, ανάβω τα φώτα αλλά δε βλέπω τίποτα, σκατά δε με προλαβαίνω, χαμένος θα πάω, προσπαθώ μες στα σκοτάδια να καταλάβω αν χτυπάει η καρδιά μου αλλά ακούω μόνο το ρολόι και τη βρύση που στάζει.
Τα ακούω τόσο καθαρά σαν να είναι μέσα μου. Πονάει το πόδι μου. Το είχα πλακώσει ο μαλάκας.
Πάντως είναι μεγάλη ξενέρα να πεθαίνεις στο όνειρό σου σκέφτομαι, γυρίζω πλευρό και προσπαθώ να με ονειρευτώ σε ένα μπαρ, πάνω σε ταράτσα, καλοκαίρι.

10.7.13

Όνειρα θερινής νυκτός: το μπέργκερ πάπιας, η ύπουλη σερβιτόρα και ιστορίες με καταναγκαστικές καταδιώξεις

Κάτσαμε στο ίδιο τραπέζι εγώ, εσύ, ο αδερφός μου, η ισπανίδα από την Αγγλία μαζί με τον σκωτσέζο άντρα της και ένας καταλανός που είχα γνωρίσει σε ένα γάμο στη Γερμανία.
Το κατάστημα ήταν ένας είδος εστιατορίου-φαστφουντάδικου αλλά με πιο γκουρμέ πιάτα.
Η σερβιτόρα με είχε ήδη εκνευρίσει από την αρχή όταν σου είπε πως δεν έχουν μπέργκερ με πάπια πορτοκάλι και σε ανάγκασε να πάρεις κοτοκροκέτες με πατάτες. Άθλιες κοτοκροκέτες. Αηδιαστικές.
Η κουβέντα περιφερόταν για ώρα γύρω από το μπέργκερ πάπιας και τελικά κατέληξε στο να φωνάζουμε τη σερβιτόρα δήθεν για να παραγγείλουμε και άλλα πιάτα και μετά να την ξαναφωνάζουμε για να της τα ακυρώνουμε.
Όταν η εκδίκηση για τη χαμένη απόλαυση του μπέργκερ πάπιας έπιασε τα στάνταρ του προσωπικού μας αισθήματος δικαίου και ηθικής αποφασίσαμε να φύγουμε.
Με την ψευδή αίσθηση ανωτερότητας που αισθάνεσαι όταν κερδίζει η ομάδα σου 3-0 στο 90φεύγα φώναξα τη σερβιτόρα για να πληρώσουμε.
Όταν έφερε το λογαριασμό άρχισε το γλέντι. Μας είχε χρεώσει όλες τις παραγγελίες που της είχαμε ακυρώσει αλλά και το μπέργκερ πάπιας που δεν είχε το μαγαζί.
Άρχισε ένας ατέλειωτος τσακωμός μεταξύ μας, ήρθε ο υπεύθυνος του καταστήματος, μας εξήγησε πως όταν δίνεται η παραγγελία στην κουζίνα ο πελάτης χρεώνεται αυτόματα, πως ο μάγειρας τα έχει φτιάξει παρόλο που τα ακυρώσαμε, εγώ του έλεγα να μας τα τυλίξει πακέτο για το σπίτι τότε, αυτός απειλούσε ότι θα φέρει τους μπάτσους, εγώ του έλεγα να τους φέρει να του το κλείσουν το κωλομάγαζο, το αιρκοντίσιον με βάραγε στα πόδια και είχα ξυλιάσει και έτσι ξύπνησα ίσα ίσα να βρω το σεντόνι και να σκεπαστώ.
Όταν επέστρεψα στο όνειρο είχαμε φύγει και οδηγούσα προς την κατασκήνωση. Προσπαθούσα να θυμηθώ τι έγινε στο μαγαζί, αλλά δε μπορούσα να δω και το πορτοφόλι μου οδηγώντας.
Τη στιγμή που αποφασίζω να σταματήσω στην άκρη του δρόμου για να διελευκάνω τι έγινε όσο έλειπα από το όνειρό μου, ανάβει το λαμπάκι στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν απλά ένα λαμπάκι. Ήταν το λαμπάκι. Το λαμπάκι, που με είχαν προειδοποιήσει από την αντιπροσωπία πως αν ανάψει τότε θα πρέπει να οδηγώ για 20 λεπτά σαν τρελός κάγκουρας, αλλιώς θα πάθουν ζημιά τα αριστερά φίλτρα του φαλάντζι ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων.
Αρχίζω λοιπόν κι εγώ μια ξέφρενη κούρσα σε ένα επαρχιακό δρόμο με στροφές χωρίς όμως να μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου την απάτη που μας έστησαν στο εστιατόριο και ελπίζοντας να μην έκανα την πάπια και να πλήρωσα. Έτρεχα σαν να κυνηγούσα τον εαυτό μου ακούγωντας στη διαπασών το Leave από τους REM, αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησα πως οι σειρήνες δεν ήταν από το τραγούδι.
Ξύπνησα κουρασμένος, σε έναν απόηχο από σειρήνες μπάτσων που με κυνηγούσαν.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι διερωτώμενος αν θα με έγραφαν όταν θα τους εξηγούσα πως έτρεχα για να μην χαλάσει το αυτοκίνητό μου.
Πριν πάω στο μπάνιο πήγα και κοίταξα το πορτοφόλι μου.

2.11.11

Χ - Φίλες

Μπορεί να φταίει η μέρα που ήταν κουραστική.
Μπορεί να φταίει το κακό τάιμινγκκκ στο φαγητό. Μόλις τελείωσα το βραδινό μου (σπανακόπιτα και τοστ) χτυπάει το κινητό.
-Ναι?
-Έλα ρε θα ρθεις να δούμε ματσάκι? Μη φας έχω παραγγείλει πικάντικη πίτσα γίγας!
Μπορεί να φταίει το φορητό καλοριφέρ που είχα βάλει στα μούτρα μου μέσα μπας και γλιτώσω τα κρυοπαγήματα στον ύπνο μου.

Είδα ένα όνειρο. Είχαμε βγει λέει μεγάλη παρέα και μιλούσαμε αλλά μιλούσαν όλοι μαζί και είχε τόση φασαρία που οι λέξεις μπερδεύονταν και τελικά κατέληξα να ακούω μόνο παράσιτα.

Ξύπνησα ιδρωμένος και το ξέρω ότι ξύπνησα γιατί ένιωθα πως διψούσα (άτιμη πίτσα!) αλλά άκουγα ακόμα τα παράσιτα.
Ανακάθησα στο κρεβάτι. Έστησα αυτί. Παράσιτα.
Σηκώθηκα και περπάτησα προς τον ήχο ακολουθώντας το φως από λαμπάκια-μάτια κοιμισμένων ηλεκτρικών συσκευών.
Το ραδιοφωνάκι που έχω το σαλόνι ήταν ανοιχτό και έπαιζε παράσιτα....

Δεν ήταν ανοιχτό το ραδιόφωνο όταν γύρισα σπίτι. Είχα να ακούσω πάνω από μία εβδομάδα.
Δεν μπήκε κανείς στο σπίτι όσο κοιμόμουν.
Δεν υπνοβατώ.

Things are getting strange,
I'm starting to worry
This could be a case for Mulder and Scully...

28.6.11

Υπο θετικό καλοκαίρι

Πρώτη μέρα μετά από χρόνια που ξύπνησα με πτώση.
Ξύπνησα πιάνοντας το γόνατό μου.Δεν πονούσε.
Ήταν σκοτεινά, μάλλον επειδή είχα κλειστά παντζούρια παρά επειδή με είχε πιάσει σκοτοδίνη.

Δέκα λεπτά πριν ήμουν μαζί με δυο παιδικούς μου φίλους στην κατασκήνωση που πηγαίναμε με τους προσκόπους μια φορά κι έναν καιρό.
Πολύ ωραίο μέρος, γεμάτο με πεύκα αλλά και πολύ πιο απότομο και ανηφορικό από όσο το θυμόμουν.
Για να πάμε από την παραλία στις σκηνές έπρεπε σχεδόν να σκαρφαλώσουμε, αλλά κάπως τα καταφέρναμε.

Ξαφνικά πίσω από τα πυκνά πεύκα εμφανίζεται ένα χαντάκι 10 μέτρα πλάτος και 5 μέτρα βάθος και ο μόνος τρόπος για να περάσουμε απέναντι είναι να περπατήσουμε πάνω σε ένα τοίχο 5 μέτρα ψηλό που έχει και συρματόπλεγμα πάνω.
Λέω από μέσα μου: όλα καλά. Θα πηγαίνω πλαγιαστά και θα κρατιέμαι κι απ το συρματόπλεγμα και θα περάσω απέναντι σιγά σιγά. Στα μισά της απόστασης όμως, το συρματόπλεγμα δε με κρατάει και το παίρνω μαζί μου όπως πέφτω κάτω.

Ξυπνάω με τα κεφάλια των φίλων μου από πάνω μου (καλά πώς κατέβηκαν αυτοί ως εδώ κάτω?) και με το ένα γόνατο κατακόκκινο και διπλάσιο απ το άλλο, α όχι εντάξει ίδιο είναι, μάλλον έφταιγε η τσίμπλα στο μάτι μου που το έκανε να θολώσει και να μεγενθύνει τα πράγματα, το κατάλαβαν κι οι φίλοι μου και έφυγαν, τα δέντρα πρόλαβαν και έγιναν κρεβάτι και κομοδίνα απ το ΙΚΕΑ, το ξυπνητήρι ξύπνησε ένα ακόμα υποθετικό καλοκαίρι τελείωσε.

11.3.11

Καλοκαιρινές διακοπές

Πίνω μπύρες στην πλατεία με τον Μ. Η ζέστη μου χτυπάει το πρόσωπο ακόμα και τώρα που αρχίζει να νυχτώνει.
Μ: Μήπως να πας να ετοιμαστείς ρε? Θα αργήσεις!
ΚΠΑ: Μπα έχουμε καιρό μωρέ...διακοπές πάω.
Ξαφνικά βρίσκομαι στην εταιρεία για να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου. Στη ντουλάπα πίσω από το γραφείο μου αντί για σχέδια είναι τα ρούχα μου διπλωμένα πάνω σε ράφια. Αλλά κάτι δεν πάει καλά. Όλα είναι τρύπια ή έχουν σημάδια από χλωρίνη. Δε γαμιέται λέω θα πάρω μακρυμάνικα, πουλόβερ, μπουφάν ότι να ναι αρκεί να φύγω από δω μέσα. Και αυτά όμως είναι γεμάτα τρύπες και ασπράδες..
Στο βάθος ακούγεται το αφεντικό να φωνάζει στον Κ. "Κ. ηρέμησε! Έλα αμέσως από δω και θα τα βρούμε"
Η γραμματέας με πλησιάζει με ένα μάτσο χαρτιά και ανοιγοκλείνει πανικόβλητη το στόμα της.
Α. της λεώ μη με ενοχλείς, δεν είμαι εδώ έχω φύγει!
Φεύγω τρέχοντας χωρίς να χω ετοιμάσει βαλίτσα και κατεβαίνω σκάλες συνέχεια, σκάλες ατελείωτες, πότε ο πρώτος όροφος δεν ήταν τόσο μακριά από το ισόγειο.
Κάποτε βγαίνω έξω, παίρνω το αυτοκίνητο και αρχίζω να οδηγώ σα μανιακός.
Στο Ρίο έχει απαγορευτικό, ούτε η γέφυρα περνάει, μόνο με τα πόδια σου λέει μπορείς να πας Αντίρριο.
Τι να κάνω αφήνω το αυτοκίνητο και συνεχίζω με τα πόδια. Στο Αντίριο κάνω ωτοστόπ. Όταν φτάνω στον προορισμό μου είναι βράδυ και κάνει κρύο. Το εξοχικό δεν έχει καλοριφέρ αλλά πού να το φανταστώ πως καλοκαιριάτικα θα κάνει τέτοιες χειμωνιάτικες νύχτες.
Ξαφνικά ξυπνάω λουσμένος στον ιδρώτα και συνειδητοποιώ πως ενώ ονειρεύομαι κρύα καλοκαίρια έχω σκάσει απ τη ζέστη μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα.

20.1.11

Τσιγά ρε!

Αυτό το όνειρο είναι ένα τσιγάρο.
Ένα τσιγάρο χρόνος έτσι για την αναμονή.
Στη στάση για να ρθει το Σαββατοκύριακο.
Μαζί με τόσο κόσμο που περιμένει να επιβιβαστεί και σπρώχνεται ανεπαίσθητα, ασυνείδητα και ασυναίσθητα.
Καπνός οι μέρες που περνάνε ώσπου να ξυπνήσεις και να πεις Παρασκεύη!
Καπνός που τον φυσάω ανυπόμονα και νευρικά για να πάρω και την επόμενη τζούρα να τελειώνουμε.
Που θολώνει το δωμάτιο της ζωής και δε βλέπω μπροστά μου, ούτε να ανοίξω το παράθυρο.
Η στάχτη πέφτει και λερώνει το πάτωμα της εβδομάδας κι εγώ σκουπίζω κάθε Σάββατο.
Και μετά περνάς, μου παίρνεις το τσιγάρο απ το στόμα, το πετάς και το πατάς και χορεύεις Δευτεριάτικα το χορό του Σαββατοκύριακου.
Κοιτάω να χάνεσαι, κοιτάω σα χάνος χαμένος στο χάος και γυρνάς, με τραβάς απ το χέρι και ύστερα με χάνω και πού πήγα κανείς να μου πει δεν ξέρει...
Μετά ακούγεται μουσική είναι το ξυπνητήρι, τι να κάνω άντε ξυπνάω...και βλέπω το μαξιλάρι στο πάτωμα, το πάτωμα στο πάπλωμα, η φανέλα να ιδρώνει και τα ρίχνω όλα στην πίτσα που χε διπλό πεπερόνι!

13.9.10

Ξύπνησα?

Είχε ήλιο κι είχα πάει λέει να πάρω κοστούμι για ένα γάμο.
Η πωλήτρια μου έλεγε συνέχεια πόσο μου πάει και όταν είπα να πληρώσω σε μετρητά μου ζήτησε το τηλέφωνό μου.
Βέβαια το ίδιο πρέπει να έκανε σε όλους γιατί είδα πως είχε ολόκληρο πρόγραμμα στον υπολογιστή για να γράφει τηλέφωνα. Οπότε το να με έπαιρνε θα ήταν σαν να κέρδιζα διπλή πρόσκληση σε συναυλία μετά από κλήρωση σκέφτηκα.
Μετά πήγα λέει για καφέ στη Βενετία. Βασικά δεν ήταν Βενετία στην αρχή, αργότερα έγινε όταν το πάτωμα άρχισε να γεμίζει νερό και έπρεπε να έχεις τα πόδια σου ψηλά για να μη βραχούνε και ας ήταν βρεγμένα ήδη. Κλιματική αλλαγή σκέφτηκα. Πάει η πλατεία του Αγ. Μάρκου χάνεται...
Ξαφνικά η Βενετία ξανάγινε Αθήνα, το νερό στέγνωσε και η σερβιτόρα ήρθε με ένα τασάκι και μου πε: Κάπνισε! Αρκετά σε ταλαιπωρήσαμε με τα νερά! Αστεία πρέπει να ήτανε γιατί αργότερα μου πανε πως γέλαγα στον ύπνο μου.
Το βράδυ με βρήκε σε μια πλατεία με φίλους που δεν είναι σήμερα εδώ. Τρώγαμε λέει κεμπάπ και το περίεργο ήταν πως δεν υπήρχε ούτε μια γάτα τριγύρω.

-Πώς κάνεις μια γάτα κεμπάπ?
-Της δίνεις μια με το ρόπαλο και μπαπ!
-Ναι αλλά μετά μπορείς να την κάνεις να νιαουρίσει?
-Ναι! Τη βάζεις στην κατάψυξη, γίνεται παγοκολώνα, παίρνεις το αλυσοπρίονο και νιααααάουυυυ!

Μετά λέει ήθελα να τα γράψω όλα αυτά στο βλογ μου αλλά έπρεπε να γίνει κρυφά μη με ανακαλύψουν και άνοιγα και έκλεινα παράθυρα και έκανε ρεύμα και μου παιρνε το πληκτρολόγιο και δε μπορούσα να γράψω λέξη και ξαφνικά η οθόνη γέμισε με γρασίδια και μπάλες του μπάσκετ και λέω από μέσα μου Κυριακή πρέπει να πήγε για να χει τόσους αγώνες στη σειρά και μέχρι να τελειώσει ο αγώνας άκουσα ξυπνητήρια και κομπρεσέρ απ το δρόμο, φτού! Δευτέρα πήγε σκέφτηκα και σηκώθηκα να πάω στη δουλειά και τώρα βλέπω πως δουλέυω αλλά δουλεύω άραγε? Ξέχασα να ανοίξω και τη ντουλάπα να δω αν όντως πήρα κοστούμι.

Πού είναι η σβούρα μου???

4.8.10

Έφη άλτις (1)

Ήμουν στο δρόμο και περπατούσα με βήμα γρήγορο. Δεν κοίταγα ούτε δεξιά ούτε αριστερά μόνο κάτω τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μετρούσα τις πλάκες. Μιάμιση πλάκα ίσον ένα βήμα. Είχα μερικά βήματα ακόμα για να φτάσω.
Στην τσέπη μου είχα ένα κουτί, μικρό και ξύλινο σαν αυτά που κάποτε κάποιος σε κάποια γιορτή σου έκανε δώρο χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος τι θα μπορούσες να βάλεις εκεί μέσα.
Το ένα χέρι μου ήταν στην τσέπη και περνούσε συνέχεια πάνω από τα σκαλιστά γράμματα του κουτιού: Εφη Αλτις.
Καθώς περπατούσα και χάιδευα το κουτί προσπαθούσα να θυμηθώ αν ξέρω καμιά Εφη που να ήταν αθλήτρια ή Μυτιληνιά που ξέρει από καλό λάδι, αλλά η μνήμη μου δε βοηθούσε.
Σκεφτόμουν επίσης γιατί δεν μπορώ να το ανοίξω εγώ ο ίδιος. Δεν ήξερα το γιατί, ήξερα μόνο πως δεν γίνεται. Γι αυτό και πήγαινα εκεί που μου είπανε. Να μου το ανοίξουν αυτοί και να μου πουν τι έχει μέσα.
Είδα την πόρτα. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω μιας και ήταν ανοιχτά. Ανέβηκα τις σκάλες που έτριζαν σε κάθε μου βήμα και βρέθηκα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Μόνο δύο κεριά πάνω σε ένα τραπέζι φώτιζαν ένα γυναικείο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που δεν είχα ξαναδεί αλλά σίγουρα είχα ξαναμιλήσει μαζί του.
Γεια σας ήρθα για να μου ανοίξετε αυτό το κουτί!
Δεν απάντησε. Μόνο μου έκανε νόημα να της το δώσω.
Με χέρια που έτρεμαν απ την αγωνία έβγαλα το κουτί απ την τσέπη και μου έπεσε στο πάτωμα.
Αυτό που με τρόμαξε όμως δεν ήταν ο κρότος του ξύλου πάνω σε ξύλο αλλά το κλακ της κλειδαριάς που ανοίγει...

                                                      Εφη άλτις (2) εδώ

                                                      Εφη άλτις (3) εδώ

29.6.10

Θραύσματα από-σπάσματα

Είμαι στη νότια αφρική σε μια παραλία που κοιτάζει στον ινδικό ωκεανό.
Βρέχει ασταμάτητα. Βρέχει τόσο που το νερό έχει καλύψει την παραλία και εκατομμύρια γαύροι έχουν βγει στην αμμουδιά πλατσουρίζοντας.
Ξαφνικά βγάζει ήλιο και χιλιάδες περιστέρια εμφανίζονται απ το πουθενά και αρχίζουν να τρώνε τους γαύρους που σπαρταράνε στην άμμο.
Σκέφτομαι αν είχα ένα δίχτυ και τα έπιανα, θα τα έβαζα σε ένα τάνκερ και θα τα έκανα εισαγωγή στην ελλάδα. Αλλά θα γεμίζαν το αμπάρι με κοτσυλιές. Πρέπει να βρεθεί μια λύση σε αυτό.
Μισό να πάρω τηλέφωνο ένα φίλο που έχει λύση για όλα.
Ξυπνάω απ το χτύπημα του τηλεφώνου. Α όχι το ξυπνητήρι ήτανε!

Είμαι στο πεζοδρόμιο και τρώω ένα παγωτό. Καλοκαίρι, μεσημέρι, έρημα μέρη. Κοιτάζω αριστερά, κοιτάζω δεξιά, κοιτάζω πάνω, κοιτάζω κάτω, κανείς. Περνάω το δρόμο και ξαφνικά εμφανίζεσαι, με παρασέρνεις και με πετάς κάτω. Με τα μάτια στο ύψος της ασφάλτου κοιτάω το κυπελλάκι του παγωτού να αργοκυλάει στον υπόνομο. Χτυπάει το κινητό και είναι η γιαγιά μου:
-Σου έχω πει να μην παίρνεις τσίχλες από αγνώστους!
-Τι τσίχλες ρε γιαγιά παγωτό ήτανε!
-Καταλάβαινε τι σου λέω! Ξύπνα!
-Μα ρε γιαγιά..
-Ξύπνα! .....ξύπνα πήγε 8:30!
-8:30? Φτου! Πάλι θα αργήσω!

Είμαι αποφασισμένος να κόψω τις μπύρες και τα σουβλάκια το βράδυ! Και μετά μου λες "θα ρθεις να δούμε ματς το βράδυ? Βάλε τις μπύρες, βάζω τα σουβλάκια!"

3.5.10

Ζάπινγκ σε μένα

Ανοίγεις την τηλεόραση και βλέπεις τη φάτσα μου. Σε ένα μπαλκόνι να λιάζομαι και να διαβάζω εφημερίδα...
Τρομάζεις και πατάς στην τύχη ένα άλλο κουμπί.
(ΖΑΠ!)
Τι έχει εδώ? Τι σειρά είναι αυτή?
Σε ένα γνωστό μπαρ κάθομαι εγώ. Μια με αυτούς, μια με τους άλλους, καπνίζω και πίνω τα ποτά μου, μου μιλάνε και τους μιλάω. Δεν ακούς όμως τι λέμε τα καλύπτει όλα η μουσική, τελικά αυτό που μετράει είναι η μουσική. Και μάλλον δε σ αρέσει κιόλας. Ούτε ελληνικά είναι ούτε αυτά τα ψευτοψαγμένα του Παπα-κάτι. Περιμένεις να δεις μπας και μπει καμιά γκόμενα στο σκηνικό, μπας και γίνει κανένας καυγάς ή κάτι συνταρακτικό τέλοσπάντων...μπα...
(ΖΑΠ!)
Α εδώ πρέπει να είναι η καινούργια ταινία του Τεό. Ένας κοιμισμένος που ροχαλίζει πάνω στο κρεβάτι του και στο βάθος μια πόρτα που θαμπώνει απ το άσπρο φως...Πω πω το άτομο πάει για ρεκόρ! 8 ώρες το ίδιο πλάνο και το μόνο που αλλάζει είναι η φωτεινότητα του ήλιου.
(ΖΑΠ!)
Πάλι νεανική σειρά? Πήξαμε στην παπαρολογία ρε πούστη μου...Τι νόημα έχει τώρα να βλέπεις μια παρέα 7-8 άτομα που δεν είναι καν ωραίοι να σαβουριάζουν κεμπάμπια και να κάνουν αμφίβολα όνειρα για ένα μέλλον που κατά βάθος ξέρουν πως δεν θα είναι έτσι? Άαααλλαχτο!
(ΖΑΠ!)
Ωχ ποδόσφαιρο! Αλλαγή!
(ΖΑΠ!)
Αααα..τσοντούλα..μάλλον δηλαδή...πολύ σκοτεινά είναι...ανάφτε κανα φως ρε άχρηστοι! Τόσο πολύ ντρέπεστε για τα άχρηστα κορμιά σας?
(ΖΑΠ!)
Ω! Τι ειν αυτό? Χιονάκια? Φτού ρε πούστη μου πού πήγε?
(ΖΑΠ!)
(ΖΑΠ!)
(ΖΑΠ!)
(ΖΑΠ!)
Τίποτα...δεν πιάνει κανένα κανάλι...
Μάλλον ήρθε Δευτέρα.
...και ξυπνάς και λες: μακάρι η τηλεόραση να έδειχνε πάντα εμένα γιατί τότε θα την έκλεινες και θα αναγκαζόσουν να ζήσεις.

7.1.10

Το παρελθόν δεν περνά...

...κι εκεί που έχεις αποφασίσει πως έγινες 30 παρά 1...
...κι εκεί που λες τέρμα, σοβαρεύομαι, κατασταλάζω, ωριμάζω, βρίσκω ένα δρόμο ζωής και τον ακολουθώ...
σου στέλνουν κάτι μηνύματα, κάτι άνθρωποι και από 29 γίνεσαι πάλι 19...
και από τη σιγουριά ξαναπέφτεις στην αμφιβολία και στις τρελές σου σκέψεις..
Καταραμένα κινητά/καταραμένο φατσοβιβλίο και όλοι εσείς (εσύ) που πετάς άκοπες, ανέξοδες για σένα ευχές - μαχαιριές.

28.12.09

Όνειρο χειμερινής νυκτός

Περιμέναμε έξω από το σινεμά η κοπέλα μου, μια φίλη της, ο αδερφός μου κι εγώ.
Θα βλέπαμε μια ταινία που κράταγε μια ώρα στη διάρκεια της οποίας δεν γινόταν τίποτα. Η ταινία αυτή είχε προκαλέσει σάλο στις τάξεις των σινεφίλ και είχε αρκετό κόσμο απ έξω.
Πάω να πληρώσω το εισιτήριό μου και δίνω ένα 150ευρο. Το κοιτάει ο ταμίας και μου λέει ότι είναι πλαστό. Του λέω δε μπορεί, σήμερα πληρώθηκα και μου το δωσαν απ τη δουλειά αλλά είναι ανένδοτος. Όσο τσακωνόμαστε αρχίζει η ταινία. Η κοπέλα μου και η φίλη της μπαίνουν μέσα, ο αδερφός μου κάθεται και με περιμένει.
Κάθομαι σαν χαζός με τον αδερφό μου μόνοι μας στο άδειο πια φουαγιέ του σινεμά και κοιτάμε σα χάνοι τα πλαστά 150ευρα. Είναι όλα ίδια μεταξύ τους. Όλα πλαστά. Πάω έξω να κάνω ένα τσιγάρο σχεδόν κλαίγοντας που με εξαπάτησαν με τέτοιο τρόπο. Τζάμπα δούλευα τόσο καιρο?
Εκεί που στρίβω το τσιγάρο εμφανίζεσαι εσύ. Χαιρετιόμαστε, μιλάμε, τι να λέμε, κάτι θα λέμε... ίσως για τον καιρό, ίσως για το πού πήγες τα χριστούγεννα, ίσως για την ταινία που είναι σκέτη μαλακία και δεν ξέρω γιατί θέλω να τη δω. Σου λέω πως τελικά καλύτερα που είδα εσένα αντί για την ταινία. Γελάς και μου λες πάμε μια βόλτα, μου πιάνεις το χέρι, εγώ καίγομαι ολόκληρος από τον πυρετό και αρχίζω πάλι να παραμιλάω λέγοντας το γνωστό παραμύθι πως σε θέλω και τα αφήνω όλα για σένα αρκεί να μου το πεις, αλλά εσύ δε λες τίποτα με φιλάς πεταχτά στο στόμα και μου λες εδώ είναι η στάση μου κατεβαίνω, θα τα πούμε...
Σε βλέπω να χάνεσαι στη βροχή, αχνή στη βροχή, όλη η πόλη κρυμμένη πίσω απ τη βροχή, πίσω από τον ήχο της που δυναμώνει και δυναμώνει και δυναμώνει...και ξυπνάω ιδρωμένος σε ένα δωμάτιο σκοτεινό με τον ήχο της βροχής να δυναμώνει.