Κάνουμε καλοκαιρινό ρόουνττριπ (αστείο φαίνεται στα ελληνικά) στις σκωτσέζικες επαρχίες εγώ, εσύ, ένας ανερχόμενος σκηνοθέτης και η αδερφή του Μπάμπη.
Προορισμός το Ινβερνές για να δούμε το Μπάμπη.
Το αμάξι χαλάει έξω από ένα χωριό, κάτω από μια πινακίδα που γράφει: Ινβερνές 19 μίλια.
Ξεκινάμε μια ατέλειωτη και κουραστική συζήτηση για το αν πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο χωριό ή να συνεχίσουμε με τα πόδια για τον προορισμό μας.
Οι διαφωνίες λύνονται μετά από το ατράνταχο επιχείρημα μου (εγώ πάω με τα πόδια όποιος θέλει έρχεται!).
Η σκωτσέζικη επαρχία είναι λίγο διαφορετική από ότι τη φανταζόμουν. Λόφοι μεν αλλά λίγο πράσινο, ξερές ελιές που τις χτύπησε ο πάγος το χειμώνα και πουθενά αγελάδες, λίμνες ή τέρατα.
Ο ήλιος βαράει στο κεφάλι αλλά έχει και ένα δροσερό αεράκι, οπότε κάποια στιγμή φτάνουμε στον προορισμό μας ζωντανοί.
Μπαίνουμε κατευθείαν στην πρώτη και (μοναδική όπως μας λένε) παμπ και παραγγέλνουμε μπύρες να ξεδιψάσουμε. Πάνω στη μπάρα λικνίζονται ντυμένες στρίπερς γιατί είναι ακόμα απόγευμα και χορεύουν το παιδικό πρόγραμμα. Η τηλεόραση πάιζει χιόνια και όταν την πλησιάζεις αισθάνεσαι μια ψύχρα μες στο καλοκαίρι.
Ρωτώντας πάμε στο σπίτι. Το χωριό είναι γραφικό με πλακόστρωτους δρόμους, σπίτια με γυμνά τούβλα, μαγαζιά με σουβενίρ (σκοτσεζάκια με κιλτ, τσάι του βουνού και μπύρα από ελαιοπυρήνα) και ξανθοκοκκινοτρίχηδες μπαρμπάδες που πίνουν τη μπύρα τους έξω από την εξώπορτα του σπιτιού τους ρίχνοντας ερευνητικά βλέμματα στους ξένους που ήρθαν.
Φτάνουμε, χτυπάμε το κουδούνι και μας ανοίγει μια γριά σκωτσέζα που δεν είναι ο Μπάμπης.
Μας λέει σε άπταιστα ελληνικά πως έχει πάει σε ένα πάρτυ δυο στενά παρακάτου.
Δυο στενά παρακάτου, στα όρια του χωριού είναι μια παράγκα από ελλενίτ γεμάτη με κόσμο που θα τον έλεγες και υπόκοσμο. Η μουσική παίζει δυνατά, η μπύρα ρέει άφθονη, η νύχτα πέφτει, αρχίζει να κάνει μια ψύχρα. και εγώ έχω ξεχάσει τη ζακέτα στο αμάξι.
Σκέφτομαι τι να κάνω για να ζεσταθώ, πίνω μπύρες, μπερδεύομαι με τον κόσμο, χορεύω αλλά το κρύο είναι τσουχτερό και εγώ φοράω βερμούδα και κοντομάνικο. Πώς την πάτησα έτσι? Έπρεπε να το είχα καταλάβει όταν είδα εκείνες τις ελιές. Σε λίγο θα πιάσει πάγο. Προσπαθώ να μπω σε ένα ψυγείο να ζεσταθώ αλλά είναι γεμάτο μπύρες και τελικά ξυπνάω στην Αθήνα κουκουλωμένος με το σεντόνι μέχρι εκεί που δεν πάει.
Προορισμός το Ινβερνές για να δούμε το Μπάμπη.
Το αμάξι χαλάει έξω από ένα χωριό, κάτω από μια πινακίδα που γράφει: Ινβερνές 19 μίλια.
Ξεκινάμε μια ατέλειωτη και κουραστική συζήτηση για το αν πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο χωριό ή να συνεχίσουμε με τα πόδια για τον προορισμό μας.
Οι διαφωνίες λύνονται μετά από το ατράνταχο επιχείρημα μου (εγώ πάω με τα πόδια όποιος θέλει έρχεται!).
Η σκωτσέζικη επαρχία είναι λίγο διαφορετική από ότι τη φανταζόμουν. Λόφοι μεν αλλά λίγο πράσινο, ξερές ελιές που τις χτύπησε ο πάγος το χειμώνα και πουθενά αγελάδες, λίμνες ή τέρατα.
Ο ήλιος βαράει στο κεφάλι αλλά έχει και ένα δροσερό αεράκι, οπότε κάποια στιγμή φτάνουμε στον προορισμό μας ζωντανοί.
Μπαίνουμε κατευθείαν στην πρώτη και (μοναδική όπως μας λένε) παμπ και παραγγέλνουμε μπύρες να ξεδιψάσουμε. Πάνω στη μπάρα λικνίζονται ντυμένες στρίπερς γιατί είναι ακόμα απόγευμα και χορεύουν το παιδικό πρόγραμμα. Η τηλεόραση πάιζει χιόνια και όταν την πλησιάζεις αισθάνεσαι μια ψύχρα μες στο καλοκαίρι.
Ρωτώντας πάμε στο σπίτι. Το χωριό είναι γραφικό με πλακόστρωτους δρόμους, σπίτια με γυμνά τούβλα, μαγαζιά με σουβενίρ (σκοτσεζάκια με κιλτ, τσάι του βουνού και μπύρα από ελαιοπυρήνα) και ξανθοκοκκινοτρίχηδες μπαρμπάδες που πίνουν τη μπύρα τους έξω από την εξώπορτα του σπιτιού τους ρίχνοντας ερευνητικά βλέμματα στους ξένους που ήρθαν.
Φτάνουμε, χτυπάμε το κουδούνι και μας ανοίγει μια γριά σκωτσέζα που δεν είναι ο Μπάμπης.
Μας λέει σε άπταιστα ελληνικά πως έχει πάει σε ένα πάρτυ δυο στενά παρακάτου.
Δυο στενά παρακάτου, στα όρια του χωριού είναι μια παράγκα από ελλενίτ γεμάτη με κόσμο που θα τον έλεγες και υπόκοσμο. Η μουσική παίζει δυνατά, η μπύρα ρέει άφθονη, η νύχτα πέφτει, αρχίζει να κάνει μια ψύχρα. και εγώ έχω ξεχάσει τη ζακέτα στο αμάξι.
Σκέφτομαι τι να κάνω για να ζεσταθώ, πίνω μπύρες, μπερδεύομαι με τον κόσμο, χορεύω αλλά το κρύο είναι τσουχτερό και εγώ φοράω βερμούδα και κοντομάνικο. Πώς την πάτησα έτσι? Έπρεπε να το είχα καταλάβει όταν είδα εκείνες τις ελιές. Σε λίγο θα πιάσει πάγο. Προσπαθώ να μπω σε ένα ψυγείο να ζεσταθώ αλλά είναι γεμάτο μπύρες και τελικά ξυπνάω στην Αθήνα κουκουλωμένος με το σεντόνι μέχρι εκεί που δεν πάει.

