Ήμουν στο δρόμο και περπατούσα με βήμα γρήγορο. Δεν κοίταγα ούτε δεξιά ούτε αριστερά μόνο κάτω τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μετρούσα τις πλάκες. Μιάμιση πλάκα ίσον ένα βήμα. Είχα μερικά βήματα ακόμα για να φτάσω.
Στην τσέπη μου είχα ένα κουτί, μικρό και ξύλινο σαν αυτά που κάποτε κάποιος σε κάποια γιορτή σου έκανε δώρο χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος τι θα μπορούσες να βάλεις εκεί μέσα.
Το ένα χέρι μου ήταν στην τσέπη και περνούσε συνέχεια πάνω από τα σκαλιστά γράμματα του κουτιού: Εφη Αλτις.
Καθώς περπατούσα και χάιδευα το κουτί προσπαθούσα να θυμηθώ αν ξέρω καμιά Εφη που να ήταν αθλήτρια ή Μυτιληνιά που ξέρει από καλό λάδι, αλλά η μνήμη μου δε βοηθούσε.
Σκεφτόμουν επίσης γιατί δεν μπορώ να το ανοίξω εγώ ο ίδιος. Δεν ήξερα το γιατί, ήξερα μόνο πως δεν γίνεται. Γι αυτό και πήγαινα εκεί που μου είπανε. Να μου το ανοίξουν αυτοί και να μου πουν τι έχει μέσα.
Είδα την πόρτα. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω μιας και ήταν ανοιχτά. Ανέβηκα τις σκάλες που έτριζαν σε κάθε μου βήμα και βρέθηκα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Μόνο δύο κεριά πάνω σε ένα τραπέζι φώτιζαν ένα γυναικείο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που δεν είχα ξαναδεί αλλά σίγουρα είχα ξαναμιλήσει μαζί του.
Γεια σας ήρθα για να μου ανοίξετε αυτό το κουτί!
Δεν απάντησε. Μόνο μου έκανε νόημα να της το δώσω.
Με χέρια που έτρεμαν απ την αγωνία έβγαλα το κουτί απ την τσέπη και μου έπεσε στο πάτωμα.
Αυτό που με τρόμαξε όμως δεν ήταν ο κρότος του ξύλου πάνω σε ξύλο αλλά το κλακ της κλειδαριάς που ανοίγει...
Εφη άλτις (2) εδώ
Εφη άλτις (3) εδώ