30.7.13

Ρετρό ποστ σαν ορεκτικό για την αναζήτηση του παιδικού μας εαυτού στις επικείμενες διακοπές (ή μήπως είμαστε καλύτερα όπως είμαστε τώρα?)

26 χρόνια πριν...

(Λίγο μπερδεμένος ο παιδικός μου εαυτός: από τότε υπήρχε η εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στο πρέπει και στο θέλω...)

24 χρόνια πριν...

(Ο αθώος αδερφός μου: Η τηλεόραση χαλάει τα μάτια, τα θρίλερ δεν είναι για μικρά παιδία, η μαλακία τυφλώνει...)

Κάτι τέτοια κειμήλια ενισχύουν τη θεωρία μου ότι πρώτα οι Iron Maiden και ύστερα το πανκ μας έσωσαν τη ζωή!

10.7.13

Όνειρα θερινής νυκτός: το μπέργκερ πάπιας, η ύπουλη σερβιτόρα και ιστορίες με καταναγκαστικές καταδιώξεις

Κάτσαμε στο ίδιο τραπέζι εγώ, εσύ, ο αδερφός μου, η ισπανίδα από την Αγγλία μαζί με τον σκωτσέζο άντρα της και ένας καταλανός που είχα γνωρίσει σε ένα γάμο στη Γερμανία.
Το κατάστημα ήταν ένας είδος εστιατορίου-φαστφουντάδικου αλλά με πιο γκουρμέ πιάτα.
Η σερβιτόρα με είχε ήδη εκνευρίσει από την αρχή όταν σου είπε πως δεν έχουν μπέργκερ με πάπια πορτοκάλι και σε ανάγκασε να πάρεις κοτοκροκέτες με πατάτες. Άθλιες κοτοκροκέτες. Αηδιαστικές.
Η κουβέντα περιφερόταν για ώρα γύρω από το μπέργκερ πάπιας και τελικά κατέληξε στο να φωνάζουμε τη σερβιτόρα δήθεν για να παραγγείλουμε και άλλα πιάτα και μετά να την ξαναφωνάζουμε για να της τα ακυρώνουμε.
Όταν η εκδίκηση για τη χαμένη απόλαυση του μπέργκερ πάπιας έπιασε τα στάνταρ του προσωπικού μας αισθήματος δικαίου και ηθικής αποφασίσαμε να φύγουμε.
Με την ψευδή αίσθηση ανωτερότητας που αισθάνεσαι όταν κερδίζει η ομάδα σου 3-0 στο 90φεύγα φώναξα τη σερβιτόρα για να πληρώσουμε.
Όταν έφερε το λογαριασμό άρχισε το γλέντι. Μας είχε χρεώσει όλες τις παραγγελίες που της είχαμε ακυρώσει αλλά και το μπέργκερ πάπιας που δεν είχε το μαγαζί.
Άρχισε ένας ατέλειωτος τσακωμός μεταξύ μας, ήρθε ο υπεύθυνος του καταστήματος, μας εξήγησε πως όταν δίνεται η παραγγελία στην κουζίνα ο πελάτης χρεώνεται αυτόματα, πως ο μάγειρας τα έχει φτιάξει παρόλο που τα ακυρώσαμε, εγώ του έλεγα να μας τα τυλίξει πακέτο για το σπίτι τότε, αυτός απειλούσε ότι θα φέρει τους μπάτσους, εγώ του έλεγα να τους φέρει να του το κλείσουν το κωλομάγαζο, το αιρκοντίσιον με βάραγε στα πόδια και είχα ξυλιάσει και έτσι ξύπνησα ίσα ίσα να βρω το σεντόνι και να σκεπαστώ.
Όταν επέστρεψα στο όνειρο είχαμε φύγει και οδηγούσα προς την κατασκήνωση. Προσπαθούσα να θυμηθώ τι έγινε στο μαγαζί, αλλά δε μπορούσα να δω και το πορτοφόλι μου οδηγώντας.
Τη στιγμή που αποφασίζω να σταματήσω στην άκρη του δρόμου για να διελευκάνω τι έγινε όσο έλειπα από το όνειρό μου, ανάβει το λαμπάκι στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν απλά ένα λαμπάκι. Ήταν το λαμπάκι. Το λαμπάκι, που με είχαν προειδοποιήσει από την αντιπροσωπία πως αν ανάψει τότε θα πρέπει να οδηγώ για 20 λεπτά σαν τρελός κάγκουρας, αλλιώς θα πάθουν ζημιά τα αριστερά φίλτρα του φαλάντζι ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων.
Αρχίζω λοιπόν κι εγώ μια ξέφρενη κούρσα σε ένα επαρχιακό δρόμο με στροφές χωρίς όμως να μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου την απάτη που μας έστησαν στο εστιατόριο και ελπίζοντας να μην έκανα την πάπια και να πλήρωσα. Έτρεχα σαν να κυνηγούσα τον εαυτό μου ακούγωντας στη διαπασών το Leave από τους REM, αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησα πως οι σειρήνες δεν ήταν από το τραγούδι.
Ξύπνησα κουρασμένος, σε έναν απόηχο από σειρήνες μπάτσων που με κυνηγούσαν.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι διερωτώμενος αν θα με έγραφαν όταν θα τους εξηγούσα πως έτρεχα για να μην χαλάσει το αυτοκίνητό μου.
Πριν πάω στο μπάνιο πήγα και κοίταξα το πορτοφόλι μου.